Τετάρτη, Μάρτιος 07, 2012

Απλήρωτος για μήνες ο Αστυνόμος Μαραθοκάμπου…

Απλήρωτος από το Φλεβάρη έχει μείνει ο Αστυνόμος του Μαραθοκάμπου, Αλέξανδρος Λάιος και βρίσκεται πλέον σε δυσχερεστάτη οικονομική κατάσταση.
Στα μισά του Μάη στέλνει επιστολή, ζητώντας τους μισθούς 3 μηνών!!! 
Το αυτί όμως των διοικητικών υπηρεσιών και δη του Έκτακτου Επιτρόπου κ. Ιωάννου Κωλλέτη, δεν "ιδρώνει" διόλου…
Επανέρχεται στα τέλη του ίδιου μήνα με δεύτερη επιστολή, παρακαλώντας τον, μήπως και συγκινηθεί μια στάλα...
Τζίφος!!!
Αφού είδε και αποείδε, ορίζει σαν εκπρόσωπό του το μέλος της Δημογεροντίας Σάμου κ. Σφοίνη, μήπως και καθαρίσει αυτός για πάρτη του, μιας και τα πηγαίνει καλύτερα με την εξουσία και αφού ο ίδιος δε μπορεί να αφήσει τη θέση του και το Μαραθόκαμπο χωρίς το τρίπτυχο : «ησυχία, τάξη και ασφάλεια» .
~*~
Και να πεις πως δεν ήταν καλός και άξιος στη δουλειά του;; 
Έχει δηλώσει εγγράφως στον Έκτακτο Επίτροπο ότι είναι πιστός στα καθήκοντα του και πράττει τα δέοντα για την τήρηση των εντολών!!
Και με τους ταραξίες τα βγάζει πέρα, τόσο στο Μαραθόκαμπο όσο και στα (Γ)Κουμέικα.
Και τα μέτρα του παίρνει εγκαίρως, αναρτώντας ανακοινώσεις στην κεντρική πλατεία της κωμοπόλεως 
Και τις αρχές ενημερώνει ανελλιπώς, ακόμα και για θέματα που ξεπερνούν τα καθαρά υπηρεσιακά του καθήκοντα. Να, όπως τότε που ανακοινώθηκε η απόφαση της Κυβερνήσεως να εκδίδονται τα διαβατήρια από την Έκτακτο Επιτροπεία, ενημέρωσε πάραυτα, ότι δεν είναι σε θέση όλοι οι κάτοικοι να μεταβαίνουν στην επιτροπεία για την έκδοση των διαβατηρίων, αφού έπρεπε να κάνουν ολόκληρο ταξίδι από το Μαραθόκαμπο στο Βαθύ...!!! 
Τι άλλο να κάμει ο άνθρωπος για να πληρωθεί!!  
~*~
Είναι όμως ποτέ δυνατόν, να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα στη Σάμο των Ανατολικών Σποράδων, του… 1830;;;

Σήμερα φαντάζουν όλα τόσο μακρινά, που μόνο θυμηδία προκαλούν... 
Ή ...μήπως όχι;;


Υ.Γ. Όλο το υλικό των επιστολών, προέρχεται από τον ιστότοπο της ψηφιακής έκδοσης των αρχειακών συλλογών του Κέντρου Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού και του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

Παρασκευή, Φεβρουάριος 17, 2012

ΚΟΥΜΕΪΚΑ ΣΑΜΟΥ: Η ζωή χωρίς το νταμάρι!

Η υπόθεση της ιστορίας μας έχει αρκετά υποθετικά στοιχεία, πάρα πολλά φανταστικά και μια ωμή πραγματικότητα…
Κουμέικα 1930…
Δεν πάνε πολλά χρόνια από τότε που γύρισε ο πατέρας του από την Αμερική.
Από το τσούρμο που είχε κινήσει για τη γη της «επαγγελίας», ούτε οι μισοί δεν επέστρεψαν. Άλλοι έμειναν κοντά στην οικογένεια που σκάρωσαν εκεί, μερικούς τους σκέπασε για πάντα το χώμα και το σκοτάδι των στοών κι όσοι τα κατάφεραν, τους πήρε καιρό πολύ να μάθουν από την αρχή ξανά, τα πρόσωπα που φεύγοντας, είχαν αφήσει πίσω.
Το χωριό, απομακρυσμένο από τη μεγάλη εμπορική πολιτεία και την πρωτεύουσα, έψαχνε να βρει το δρόμο του από τη μια στα λιόδεντρα και στα καπνοχώραφα κι από την άλλη στην ανοιχτή θάλασσα του Μπάλου.
Τα «Γκμέικα»εκείνο τον καιρό μετρούσαν κοντά χίλιες ψυχές.
Μόλις πρόπερσι (1928) που έγινε η τελευταία καταγραφή, βρέθηκαν να είναι 978 νοματαίοι.

Πέμπτη, Ιανουάριος 26, 2012

Απορώ...

Απορώ. Δεν έχουν σκεφτεί ποτέ τον ενδεχόμενο θάνατο; Απορώ ειλικρινά. Τι κάνουν, τι παριστάνουνε καθημερινά οι άνθρωποι αυτοί; Ντυθήκανε με γραβάτες και σακάκια, πιάσανε και θέση ψηλά, στην εξουσία επί των ανθρώπων και νομίζουνε τι; Πως είναι ανώτεροι; Από ποιον; Μα τον θεό δεν καταλαβαίνω τίποτα. Πώς γίνεται να συμβαίνει όλο αυτό σκέφτομαι, κι αν είμαι εγώ, ο βλαξ, σε δρόμο παλαιό κι αδιέξοδο αναρωτιέμαι. Αν έχω μείνει τόσο πίσω και δεν έμαθα κάτι που ξέρουνε αυτοί, διότι σαν αιώνιους κι αθάνατους τους θωρώ να φέρουνται. Ειλικρινά απορώ και δεν ξέρω ποιόνε να ρωτήσω.
Κάθε απόγευμα βγαίνω και περπατάω με τούτο το ερώτημα να γυρνοβολά βασανιστικά μες το μυαλό μου σα σκυλί που το δέσανε με σκοινί κοντό στο δέντρο και φύγανε οι αφέντες του για μέρες. Ανεβαίνω στο βουνό, ύστερα παίρνω την όχθη του χείμαρρου, φτάνω ίσαμε κάτω, στην αμμουδιά της ακροθαλασσιάς, βαδίζω και σκέφτομαι, σκέφτομαι, μα απάντηση δεν βρίσκω. Ρουφάω αχόρταγα τη χειμωνιάτικη φύση γύρω μου, καρφώνω το βλέμμα μου στον ήλιο που γέρνει στο βάθος του Αιγαίου, ακούω τα πουλιά να φτερουγίζουνε τρομαγμένα μέσα από τις βατιές και τους σκίνους σε κάθε μου βήμα, τ' αεράκι μου χαϊδεύει το πρόσωπο, σκύβω, με τον σουγιά μου ξεχωρίζω ένα άγριο ραδίκι από τη ρίζα του, το χώνω στη τσάντα μου και κοιτάζω ψηλά, στο Θεό σαν την όρνιθα που μόλις ήπιε, νιώθω τόσο μικρός, αισθάνομαι τόσο πολύτιμο της ζωής το δώρο, που μ' έστειλε εδώ, σ' αυτόν τον όμορφο κόσμο να χαρώ το θαύμα της πλάσης γύρω μου, να γίνω ένα μαζί της για όσο διάστημα κρατήσει κι εμένα το φωσάκι μου, ανασαίνω από το βάθος των πνευμόνων μου αχόρταγα αλλά με δέος και, ξάφνου, μου ρχεται πάλι η ίδια σκέψη στο μυαλό κι απορώ ειλικρινά. Πως ζούνε αυτοί οι άνθρωποι; Με ψευδαισθήσεις περνάνε μια ζωή ολάκερη ή έχουνε το βοτάνι της αθανασίας κι εγώ δεν τ' ανακάλυψα ακόμα; Μα οι σοφοί γερόντοι του χωριού δεν θα το ξέρανε κι αυτοί; Δε θα μου το αποκαλύπτανε; Τόσα μου λένε σαν τους ρωτώ για τα φυτά και τις σπορές. Είναι στραβόξυλο, λέγανε προχτές εκεί στον καφενέ για ένανε γνωστό τους, μα η φωτιά πλησιάζει. Έτσι λέγανε και ήτανε σίγουροι γι' αυτό. Πως θα τον ισιώσει η φωτιά τον στριμμένο άνθρωπο. Όλα τα στραβόξυλα τα ισιώνει. Η φωτιά. Ο θάνατος. Η μόνη βεβαιότητα. Μια έκπληξη για όλους.Αυτό λένε οι σοφοί.
Μα οι άλλοι; Οι μεγάλοι; Ποτέ τους δεν τον σκέφτονται; Μπας και δεν τους αφορά στ' αλήθεια; Απορώ κάθε μέρα και πιο πολύ ακούγοντας τα λόγια τους, βλέποντας τις ζωές τους. Άνθρωποι σαν εμένα μου φαίνονται στην όψη. Κι ας μην πατάνε πια σε χώμα κι ας μη φορούν τα ρούχα μου τα τριμμένα απ' τη δουλειά στα γόνατα. Άνθρωποι είναι όμως, που βάλανε ψηλά καπέλα και πήρανε ρόλους σημαίνοντες δήθεν, που δείχνουν να νομίζουνε πως είναι απάνω απ' όλους κι όλα οι καημένοι και σπαταλάνε το δώρο της ζωής διαπραγματευόμενοι συμφωνίες σοβαρές, λένε, για την πορεία του κόσμου! Μήπως πρέπει να τους λυπηθώ; Άλλο ερώτημα γεννιέται, δεν θ' αντέξω.
Μπορεί να πρέπει να τους λυπάμαι λοιπόν. Διότι μάλλον δεν είναι με τα καλά τους. Έχουνε τυφλωθεί από κάτι ή μάθανε τόσο στραβά τον κόσμο από τα μικράτα τους ακόμα. Μα καλά, ποτέ δεν νιώσανε τους ψυχωμένους που ήρθανε κατά καιρούς να υμνήσουνε με τα έργα τους την ομορφιά του κόσμου τούτου και το μεγαλείο της ψυχής, που ήρθανε να θυμίσουνε συνάμα την ταπεινή, την τιποτένια ουσία του ανθρώπου;
Ειλικρινά απορώ. Πως γίνεται ένας άνθρωπος να έχει περάσει μισόν αιώνα αναπνοών επί της γης και να μην έχει νιώσει τη μικρότητά του. Το τσακ της μιας στιγμής που θα τον κάνει παρελθόν. Και φέρεται ως τύραννος, ως εξουσιαστής υποταγμένος στην ψευτιά μιας παράλληλης στη μόνη αλήθεια πλαστής πραγματικότητας, μες στην οποία ζει και νομίζει πως κυβερνά τα πάντα.
Τελικά μάλλον τους λυπάμαι. Όχι μάλλον. Σίγουρα. Αύριο θ' ανέβω ψηλά στην κορφή και θα κραυγάσω. Σας λυπάμαι ρε, θα κραυγάσω. Ίσως κάποιος νιώσει.


Αφιερωμένο στον μεγάλο δημιουργό Θόδωρο Αγγελόπουλο που έφυγε μ''ένα τσακ για να δείξει και με την τελευταία πνοή του ό,τι προσπάθησε να δείξει με το έργο του. Το μεγαλείο της ταπεινότητας και την ταπεινότητα του μεγαλείου.
Γιάννης Μακριδάκης



Ο Γιάννης Μακριδάκης είναι ιδρυτής του Κέντρου Χιακών Μελετών "Πελινναίο" και εκδότης του τριμηνιαίου ομώνυμου περιοδικού. Κατά δήλωσή του, είναι αυτοδίδακτος λογοτέχνης και "ασχολείται με βιβλία".


Η φωτογραφία αυτής της ανάρτησης, είναι του Δ. Βαλή 

Τετάρτη, Ιανουάριος 25, 2012

Τα Αρχοντικά του Κάμπου

Έχω ένα φίλο, "μισό" Χιώτη - "μισό" Σαμιώτη, που καμαρώνει (δικαίως) και για τα δυο του «μισά». Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Χίο, γνωρίζει σε κάθε του λεπτομέρεια ότι αφορά τα μικρά και τα μεγάλα, τα σημαντικά και τα λιγότερο σημαντικά (εντάξει... τέτοια δεν υπάρχουν!) του πρώτου του μισού, ενώ τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να ανακαλύψει και να ξεκλειδώσει τα σεντούκια των …κρυμμένων θησαυρών (!!!) του δεύτερου μισού του.
Κατά καιρούς παίρνει υπέροχες πρωτοβουλίες, αλλά κι εδώ το «μισό» τον κατατρέχει. Πως λέμε «μισές δουλειές», ακριβώς έτσι…
Εδώ και κάτι μήνες μου έχει στείλει αυτές τις απίστευτες φωτογραφίες που συνοδεύουν τη σημερινή ανάρτηση με κάτι «μισόλογα» για σχόλια. Για την κατσίκα του γείτονα* λέει και κάτι λίγα για το κυρίως θέμα, όπως φερ’ ειπείν «πολλά από αυτά τα αρχοντικά υπάρχουν, ήδη από το 16ο-17ο αιώνα, απλά σήμερα επισκευάζονται και αναστυλώνονται με απίστευτο όμως σεβασμό και απαράμιλλη αισθητική ,από τους σημερινούς υπερέχοντες και υπερκατέχοντες....». 
Όταν του ζήτησα λεπτομέρειες που να ανταποκρίνονται στο επίπεδο των λήψεων, μου αποκρίθηκε : «προσεχώς»….
Καλά, ας μην ήμουν κι εγώ φιλότιμο αγόρι, να ψάχνω από μόνος μου και να δω τι ανάρτηση θα βλέπατε εσείς…!!
Ακούστε λοιπόν πως έχουν τα πράγματα στον Κάμπο:

Πέμπτη, Ιανουάριος 12, 2012

Σαμιώτικο Οινοπωλείο

Αντιγράφω από τον Οινοχόο της Καθημερινής :

"Ο ΣΑΜΙΩΤΗΣ Νίκος Πήττας, είναι κατ’ αρχάς εστιάτορας με μεράκι. Κάθε καλοκαίρι, μας περιποιείται στον «Έσπερο», στην παραλία του Μπάλου.
Είναι όμως και φανατικός οινόφιλος και αναγνώστης του «Οινοχόου» από το πρώτο του τεύχος.
Ενημερώνεται, ψάχνει δοκιμάζει.
Φέτος
(τέλη του 2011) αποφάσισε την αγάπη του αυτή για το κρασί, να τη μετουσιώσει σε μια ξεχωριστή κάβα, που μόλις άνοιξε στο Καρλόβασι, καλύπτοντας ένα κενό στην αγορά του νησιού.
Στα ράφια του «Οινοπωλείου» βρίσκουμε μεγάλη ποικιλία κρασιών-με έμφαση στον ελληνικό αμπελώνα και στις γηγενείς ποικιλίες- και αποσταγμάτων, αλλά και ουίσκι, κονιάκ, λικέρ.
Και ακόμα εκλεκτές γεύσεις, (σοκολατάκια, μαρμελάδες, γλυκά του κουταλιού) και οινικά αξεσουάρ.

Όλα εκλεκτής ποιότητας και σε τιμές που δε φοβούνται την κρίση."

«Γεύσεις σε οινοπωλείο» Πλατεία Αγίου Δημητρίου, Καρλόβασι Σάμου τηλ. 2273033015

ZEYKIN 2011

Related Posts with Thumbnails