Φοίτησε στην Πορφυριάδα Σχολή του Καρλοβασίου, που από το 1784 ήταν το μοναδικό εκπαιδευτήριο της Σάμου με πολύτιμη βιβλιοθήκη και αξιόλογους σχολάρχες.
Προικισμένος με πολύ ευφυΐα και όντας πνεύμα ανήσυχο και διψασμένο για παιδεία, συνέχισε τη μαθητεία του πρώτα στην περίφημη Σχολή της Πάτμου και ύστερα στη μεγάλη Σχολή της Χίου. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Χίο, έμαθε την ιταλική και τη γαλλική γλώσσα και ήρθε σε επαφή με τα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού.
Διετέλεσε γραμματέας του Δεσπότη Κύριλλου επί τέσσερα χρόνια με καθήκοντα πολύ σημαντικά καθώς ο Επίσκοπος δεν ασκούσε μόνο εκκλησιαστική εξουσία- οικονομική και πνευματική- αλλά και την αποκλειστική δικαστική δικαιοδοσία στις γαμικές και κληρονομικές διαφορές του ποιμνίου του.
Ενώ ήταν κοντά στον Κύριλλο, μυήθηκε και στη Φιλική Εταιρία από τον απόστολό της Αριστείδη Παπά, που ήρθε στη Σάμο στα τέλη του 1818 για να οργανώσει τους πρώτους συνωμοτικούς κύκλους, δήθεν σαν πωλητής τυπωμένων στη Γερμανία Ελλήνων Συγγραφέων.
Μετά το πέρας της τετραετίας κοντά στον Κύριλλο, μετέβη στη Σμύρνη, φοίτησε στο ακμάζον τότε Γυμνάσιό της και, από εκεί, πάλι στη Χίο, για σπουδές.
Όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, στις αρχές του 1821, ξεκίνησε την επανάσταση στη Μολδοβλαχία, έφυγε από τη Χίο και ήρθε στη Σάμο για να προτρέψει κάποιους από τους προεστούς να προετοιμάσουν το νησί για επανάσταση, η οποία κηρύχθηκε στο Βαθύ από τον Κωνσταντίνο Λαχανά την νύχτα της 17ης προς την 18η Απριλίου και, στο Καρλόβασι, στις 8 Μαΐου 1821.
Από την πρώτη επαναστατική συνέλευση που συγκλήθηκε στα Αλώνια της Χώρας το πρωί της 8ης Μαΐου 1821 για να ψηφίσει το Στρατοπολιτικό Διοργανισμό, δηλαδή το Συνταγματικό Νόμο της απελευθερωμένης Σάμου, ο Ιωάννης Λεκάτης τοποθετήθηκε Γραμματέας του Γενικού Διοικητηρίου.
Ήταν στενός συνεργάτης και συμπαραστάτης του Λυκούργου Λογοθέτη κατά τη δύσκολη στιγμή (Ιούλιος 1821) που ο Τούρκος Ναύαρχος Καρά Αλής, με ισχυρή ναυτική δύναμη, προσπάθησε να αποβιβάσει στρατεύματα στο Ποτοκάκι και στον Κάβο-φονιά και νικήθηκε από τους αντρειωμένους Καρμανιόλους.
Τίμησε με ειδικό ψήφισμα το Λυκούργο Λογοθέτη μετά τη σαμιακή νίκη στο Ποτοκάκι και στον Κάβο-φονιά.
Τον επόμενο χρόνο, εκλέχτηκε Έφορος Νέου Καρλοβασίου και εργάστηκε για το καλό της πατρίδας του και για όσο υπηρέτησε το σημαντικότατο αυτό θεσμό με τον οποίο έπαιρνε ουσιαστικό περιεχόμενο η βαθιά ριζωμένη ιδέα της δημοκρατικής τοπικής αυτοδιοίκησης: ‘Έμεινε πιστός στις γραμμές των Καρμανιόλων όταν ο σταλμένος από την Ελληνική Κυβέρνηση Κυριάκος Μόραλης άναψε στη Σάμο τον εμφύλιο πόλεμο και καταδίωξε τον καρμανιολισμό.
Χρημάτισε πληρεξούσιος της Σάμου στην 3η Εθνοσυνέλευση του 1825.
Μετά τη λήξη των εργασιών της Εθνικής Συνέλευσης και την επιστροφή του στη Σάμο, τοποθετήθηκε Σχολάρχης της Πορφυριάδας Σχολής Καρλοβασίου, όπου δίδαξε κατά το διάστημα 1827- 1828.
Συμμετείχε στην ίδρυση και στη λειτουργία της μυστικής Φιλανθρωπικής Εταιρίας, που συγκροτήθηκε στις 26-6-1826 για να καταστεί εφικτή η άμυνα της ηγεσίας των Καρμανιόλων στην πολιτική επίθεση των Καλικαντζάρων και στην πίεση της ελληνικής κυβέρνησης ή, αλλιώς, για να μπορεί η ηγεσία των Καρμανιόλων να κυριαρχεί στις κατά τόπους Εφορίες και να κρατηθεί έτσι ο έλεγχος του απελευθερωτικού κινήματος.
Επειδή η νομιμοποίηση του Κωλέττη, ο οποίος έφτασε στην Σάμο τον Απρίλη του 1828 σαν ‘Έκτακτος Επίτροπος της Ελληνικής Διοίκησης και εκπρόσωπος του Κυβερνήτη Καποδίστρια, υπήρξε δύσκολη (δεν ήταν λίγο για τους Σαμιώτες να παραδώσουν την αυτονομία και το Στρατοπολιτικό Διοργανισμό τους σε ξένο κυβερνήτη), ο Κωλέττης, που εκτίμησε πολύ τον Ιωάννη Λεκάτη, ζήτησε από αυτόν τη συνδρομή του στην εκπλήρωση της έκτακτης αποστολής του στη δυσδάμαστη Σάμο.
Όταν ο Ιωάννης Κωλέττης αναγκάστηκε να συγκαλέσει Γενική Συνέλευση στις 18 Οκτωβρίου 1828 και η Γενική Συνέλευση συγκρότησε πενταμελή επιτροπή, την Επαρχιακή Δημογεροντία, για να κυβερνήσει το νησί, ο Ιωάννης Λεκάτης ήταν ένα από τα μέλη της πενταμελούς επιτροπής.
Σαν μέλος της Επαρχιακής Δημογεροντίας, σημείωσε αξιόλογη δράση. Ζήτησε να συσταθούν σχολεία ελληνικά και αλληλοδιδακτικά για την πνευματική διάπλαση της νεολαίας, που για να γίνει εφικτό, πρότεινε να συνεισφέρονται τα περισσεύματα των μοναστηριακών εισοδημάτων. Οι ηγούμενοι των μοναστηριών δέχτηκαν και, στις 25 Μαΐου 1829, άνοιξε στο Λιμάνι του Βαθιού το πρώτο σχολείο.
Επειδή, στο μεταξύ, κυκλοφόρησαν αόριστα και οι πρώτες φήμες για την τύχη της Σάμου, δηλαδή ότι αυτή θα έμενε έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους, η Επαρχιακή Δημογεροντία έσπευσε να υψώσει την έντονη φωνή διαμαρτυρίας του σφαγιαζόμενου σαμιακού λαού μέσω της γραφίδας του Ιωάννη Λεκάτη στο Γάλλο Πρόξενο παρά την Ελληνική Κυβέρνηση.
Το Φεβρουάριο του 1829, που ο Κωλέττης μετέβη στο Ναύπλιο και του ανατέθηκε από τον Καποδίστρια η Γραμματεία των Πολεμικών και ο Λυκούργος διορίστηκε μέλος του Πανελληνίου, ο Ιωάννης Λεκάτης έγινε Γενικός Αστυνόμος της Σάμου.
Θα παραμείνει στη θέση μέχρι να τελειώσει η Έκτακτη Επιτροπεία του Κωλέττη στις 14 Ιουλίου 1830, που η Σάμος εγκαταλείπεται από την Ελληνική κυβέρνηση επειδή οι Μεγάλες Δυνάμεις θέλουν να τη δώσουν στο Σουλτάνο.
Τη στιγμή που οι πιέσεις εκ μέρους των Συμμάχων Αυλών (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας), του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και του Καποδίστρια να δηλώσουν οι Σαμιώτες υποταγή στην Υψηλή Πύλη είναι ασφυκτικές και τόσο ανάμεσα στον λαό όσο και ανάμεσα στην τοπική ηγεσία διαμορφώνονται δυο διαφορετικές πολιτικές γραμμές (ο ρεαλισμός του Λυκούργου Λογοθέτη εκφράστηκε με την άποψη κάποιου συμβιβασμού με την Πύλη και της δημιουργίας κάποιας ιδιότυπης σαμιακής πολιτείας, ημιαυτόνομης και αυτοδιοικούμενης, ενώ ο άκρατος ελληνοκεντρισμός της άλλης μερίδας, με την άποψη για αγώνα μέχρις εσχάτων), ο Ιωάννης Λεκάτης κάνει την εκλογή του.
Για πρώτη φορά, ύστερα από τόσους δύσκολους και κοινούς αγώνες, ήρθε σε ρήξη με τον αρχηγό του Λυκούργο Λογοθέτη. Γιατί, μαζί με το Σταμάτη Γεωργιάδη, το Γεώργιο Κλεάνθη και τον Κωνσταντίνο Τζουβαλτζή, πίστευε στην ανάγκη μιας πιο αδιάλλακτης στάσης. Αυτή η ρήξη, μάλλον, παρόλο που είναι ιστορικά ανεξακρίβωτο, εξηγεί και το γεγονός ότι, από τον Σεπτέμβριο του 1830, βρίσκεται πλέον στο Ναύπλιο.
Όμως, μην μπορώντας να μείνει θεατής των τραγικών εξελίξεων στο νησί, καθώς ήταν πνεύμα άγρυπνο, φλογερό και έτοιμο για δράση, γύρισε στη Σάμο τον Ιούνιο του 1831 με την ιδιότητα του εκδότη αυτή τη φορά. Αυτό σημαίνει ότι, έχοντας αγοράσει το τυπογραφείο του Μανουήλ Γαρουφαλλή, το μετέφερε από τη Σύρο στο Καρλόβασι, όπου συνεργάστηκε με το νεαρό ποιητή και ομοϊδεάτη του Γεώργιο Κλεάνθη για να τυπωθούν δύο βιβλία: Η τραγωδία του Βολταίρου «Ο Φανατισμός» ή «Ο Προφήτης Μωάμεθ» σε μετάφραση της Θ. Σπάθη και η «Σαμίων Πρεσβεία» ή «Πρακτικά Σάμου».
Σίγουρα ο λόγος της μεταφοράς του τυπογραφείου στο Καρλόβασι δεν ήταν η διεύρυνση του κύκλου των εργασιών του, όπως υποστηρίζει ο Σταματιάδης, αλλά οι εσωτερικές σαμιακές διενέξεις.
Το τυπογραφείο στο Καρλόβασι λειτούργησε μόνο για ένα χρόνο, γιατί τον Ιούνιο του 1932 αναγκάστηκε να το ξαναφέρει στη Σύρο, όπου του το έκλεισε ο Διοικητής του νησιού Γεώργιος Σαχίνης για να μην τυπωθούν φυλλάδια και βιβλία των τότε κυβερνητικών.
Ο Ιωάννης Λεκάτης ξαναγύρισε στη Σάμο το 1833 αφού είχε στο μεταξύ παραιτηθεί ο Λυκούργος και η Υψηλή Πύλη είχε αναγνωρίσει τη Σάμο (10 Δεκεμβρίου 1832) ηγεμονία φόρου υποτελή με τα γνωστά «προνόμια» και ο αγώνας του νησιού είχε φτάσει στο τέλος του, με μόνη λύση τη μετανάστευση στην Ελλάδα.
Μαζί με το Γεώργιο Κλεάνθη, που ενώ αυτός έλειπε είχε εισορμήσει στο ιστορικό προσκήνιο του νησιού σαν ηγετική μορφή, συμπαραστάθηκε στον απελπισμένο αγώνα για μη υποταγή των κατοίκων: 1) δίνοντας μάχη κατά τις συνεδριάσεις της Γενικής Συνέλευσης του Μαρτίου 1833 σαν πληρεξούσιος σύνεδρος και 2) συμμετέχοντας σαν πρόεδρος στην επιτροπή που στάλθηκε στο Ναύπλιο για να διαπραγματευτεί με την Ελληνική Κυβέρνηση το θέμα της μετανάστευσης των αγωνιστών στην Ελλάδα.
Σαν πρόεδρος της επιτροπής, έκανε δύσκολες και περίπλοκες διαπραγματεύσεις με την Ελληνική Κυβέρνηση, μετέβη στη Χαλκίδα για να επιθεωρήσει τις εκτάσεις γης που προορίζονταν για το συνοικισμό των Σαμίων και γενικώς εργάστηκε με πρόσφορο ζήλο για να διακανονίσει το, σε υπέρτατο βαθμό, ακανθώδες αυτό ζήτημα.
Δεν γύρισε στη Σάμο γιατί η Γενική Συνέλευση της 6ης Αυγούστου 1834, που συγκροτήθηκε για να διαδηλώσει την υποταγή της στην Υψηλή Πύλη και για να στηρίξει εσωτερικά το ηγεμονικό καθεστώς, τον συμπεριέλαβε μέσα στους «απόβλητους και απαράδεκτους του λοιπού εν Σάμω».
Εγκαταστάθηκε σαν πρόσφυγας στη Χαλκίδα και, όταν οι υποσχέσεις της Βαυαρικής Αντιβασιλείας για ενίσχυση και σύντονη αρωγή δεν εκπληρώθηκαν, πολέμησε σαν πρόεδρος της επιτροπής που εξέλεξαν οι πρόσφυγες, για να στηρίξει στη ζωή τα θύματα του ξεριζωμένου καρμανιολισμού: αυτούς που εγκαταλείφθηκαν, με ελώδεις εκτάσεις μόνο για ιδιοκτησία, να τους θερίζουν η πείνα και οι αρρώστιες.
Όσοι επιβίωσαν τότε από αυτή την περιπέτεια διασκορπίστηκαν στη Βόρεια Εύβοια και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας ή αναγκάστηκαν να γυρίσουν στη Σάμο και να ταπεινωθούν, δίνοντας όρκους πίστης στο ηγεμονικό καθεστώς μέσω μιας εξευτελιστικής διαδικασίας, για να ανακτήσουν την περιουσία τους και να εφησυχάσουν.
Ο Ιωάννης Λεκάτης δεν ταπεινώθηκε. Όταν ναυάγησαν οι προσπάθειές του σαν Προέδρου Επιτροπής Προσφύγων, διορίστηκε πρωτοδίκης πρώτα στο Ναύπλιο, μετά στη Χαλκίδα και, τέλος, έγινε Πρόεδρος Πρωτοδικών Σύρου. Αποσύρθηκε από τη δικαστική υπηρεσία, γέρος ασπρομάλλης, 67 χρονών. Όμως, η φλόγα του επαναστάτη καρμανιόλου που έκαιγε ακόμα μέσα του άσβεστη, τον ξανάφερε στη Σάμο το 1849 για να ταράξει το νησί με την επανάσταση που γκρέμισε από την ηγεμονική εξουσία τον τύραννο Ηγεμόνα Στέφανο Βογορίδη.
Πηγή: Οι Καρμανιόλοι στην Επανάσταση της Σάμου/Ιωάννης Λεκάτης του Αλέξη Σεβαστάκη
Μεταφορά από το academia.edu by Irene Voiklis



Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου