Ου Αντραγάτ’ς (Αγροφύλακας)



Όταν είμασταν μκροί στου χουριό φουβόμαστανι του’ν αντραγάτ του Γιουργάκ’ι.
Τα μισμέρια πού τιλείουνι  του σκουλειό κι  πααίναμι σν’ ιξουχή  κι κατακλέβαμι τα φρούτα είχαμι του νού μας μη μας πάρ’ χαμπάρ ου Γιουργάκ’ς.

Ητανι ψ’λός φόραϊ  τ’ στουλή τσ’ υπηρισιας μια βούργια στη πλάτ’ κι ένανι τσιφτέ κριμασμένου στούν ώμου κι  καμπόσις φουρές μια φσικουφήκ’ι  ζουσμέν’η στ’ μέσ’ τ’.
Είχι κι μια σφουρίχτρα μι μια αλ’σίδα  κι  σφούρζι  ν’ ακούνι ότι έρχιτι.

Ένα μισμέρ λοιπόν κάναμι  ουμάδα πιντέξ μαζί κι πήγαμι στ’ Χατζααννάκ’ι τ’ μιγάλ’η  κιρασά στου Καρσινό.
Γκαρτζαλώσαμι ,ανιβήκαμι ξέκλουνα κι  μπασλαντίσαμι του φαϊ.
Φτούσαμι κι τά κουκούτσα,  σπάζαμι  τσ΄φουντις π’ δέ φτάναμι,πιρπαίζαμι ου ένας τούν’ άλλουνι ότι θα τούνι’πάει τρίτ’ κι τιτάρτ’ άμα χάφτ’ κι τα σκλήκια  κι ούλα καλά.
 Η  σφουρξά π’ ακούσκι ήτανι κουντά, μας κουπήκανι τά γόνατα.

"Παλιουμπαστάρδ’  ούλοι σας κάτ’ ένας –ένας" ακούστκη η φουνή τ’ Γιουργάκ’η.
"Ποιοίν’ιείστι βρ΄ς  σείς;  Κάτ’ αμέσους"!!!

Μεσ’ τ’ τρουμάρα μας καταλάβαμι ότι μέσ’ στα κλουνάρια δε μας γνώρζι.
Κι αναθαρρήσαμι, κι μι μια ματιά συνουηθήκαμι, σαλτέρν’ι  ενας απού δώ κάνει ου Γιουργάκις να  τουνι πιάσ’, πδάει ου άλλους  απού κεί, ου άλλους απ΄ν’άλλ’η λακίσαμι ούλοι δεν επιασι κανέναν’ι. Αλλά μας γνώρσι. Τν άλλη μέρα πααίναμι πιρίπατου κι πιράσαμι απ΄του σπίτ’ τ’ σν’ άκρη τα’ χουριού κι δε μας όφτανι να μη μλίσουμι τ΄φουνάξαμι κιόλας

"Γειά σου θείου Γιουργάκ’ι" !!!
Κι σκώθκι πήρι του τσιφτέ μας αξάμουσι κι είπι:
"Τ’ν άλλη βουλά θα σας κάμου του κολου σας ψίνα μι τ’ αλάτ’ κιρατάδις, παλιουμπαστάρδ ".
"Δεν ειμάστανι μείς θείου".
"Σκασμός,κατσαπλιάδις" !!!

Άλλη μια φουρά πήγαμι στη στέρνα τ’ Λιφτιράκ’ι να πιάσουμι βαθρακούλις.
Πήγαμι απού μακρυά ουλόκληρ’ βόλτα μη μας πάρ’ χαμπάρ.
Ξυγδυμνουθήκανι κι αρχίσαμι να τσαλαφτούμι, κόψαμι σαπνόχορτα κι κάναμι σαπνάδις κι πούνι η βαθρακούλα, κι νάτην’ι αβδά χώθκη, κι να βουτιές θόλουσι ού τόπους ανικατώθκι η λάσπ’, με τά πουλλά ξικντίσαμι του παλούκ’ι  τσι στέρνας κι του νιρο άρχισι να χύνιτι κι αμα χάμπλουσι η στέρνα τότι σνικάσαμι  ότι του νιρό  χάντανι  κι  ου κήπους απ’ κάτ’ ήτανι πλύμα.
Είχανι πλυμάρ’ οι πιζούλις,αρχίσαμι τα’ φουνές "βάλ’ του παλούκ’ι" ου ένας "ριξη χούμα" ου άλλους, ουτι π’πήραμι χαμπάρ του Γιουργάκ’ι.
Ήτανι απ’ πάν’ απ τ’ πιζούλα μί τά χέρια τ’ στ’ μέσ’ κι δε μιλαϊ.
Τα ρούχα μας στα  πουδάρια τ’... Ποιος να πάη να τά πάρ;

"Παλιουμπαστάρδ  δω θα παπουδιάστι. Μουρνταρέψατι του τόπου".....

Του ματσκίδ  του βράδ’ στου σπίτ’ ακόμα του θμάμι.

Αυτός λοιπόν  ήταν ου Γιουργάκ’ς  ου  αντραγάτ’ς , φόβους κι τρόμους  για τσ’  κλιφτουκουτάδις, για τσ’ τσουπαναραίοι κι για τσ’  ζημιάρδις.

Πιο  παλιά  είχανι  κι   τν’ εξουσία να δικάζνι  επί τόπου  τσ’  κλιψές οι  αντραγάτις  γι’ αυτό πάντα υπήρχε ου φόβους π’ φύλαει τά έρμα.
Τώρα  πια  δεν υπάρχ’ει   αγρουφυλακή  κι για τ’ αυτό  εχουμι κι τέτοιου ριμπιλιό.
Τώρα για φουνάζ’ς  γι α  τσ’ του λές για αγριέβ’ς κείν’οι του χαβά τς.’
Του μόνο πού μπουρείς τώρα εινι να μπηξ’ς  στην είσοδο τ’ χουραφιού σ’ δυό  τρία  φρέσκα κλουνάρια  από κάποιο δέντρο πού  τά λένι κι αντραγάτ’δις, πού πάει να πεί  ότι δε πρέπ’ νά μπούνι  ζουντανά στου χουράφ.
Δραγάτης και δραγατεύω:  δηλαδή  προσέχω τις κλοπές στ’ αμπέλια,  όπως και  δραγασούρα  η υπερυψωμένη σκοπιά για παρακολούθηση.
Φωτογραφία ανάρτησης, από την εφημερίδα του Βαλτινού

1 σχόλιο

Αρχική σελίδα