Ο Κινηματογράφος «Ήρα» στο Μαραθόκαμπο

Της Ουρανίας Χρυσαφίνου*
«Άνναααα…» φώναζε απελπισμένα ο πρωταγωνιστής της ιταλικής ταινίας, που παιζότανε στον κινηματογράφο του χωριού μας, αναζητώντας την αγαπημένη του και μια Άννα απαντούσε από τη γαλαρία «δώ είμι Στέλιου!» Παρά την απάντηση ο πρωταγωνιστής που το όνομά του ήταν Ανδρέας συνέχιζε απελπισμένα να ψάχνει. Για την ιστορία η ταινία είχε τίτλο «Άννα» και οι βασικοί πρωταγωνιστές ήταν η Συλβάνα Μαγκάνο και ο Ραφ Βαλόνε.
Σε μια άλλη ταινία πάλι ιταλική η πρωταγωνίστρια πήγαινε να φορέσει το μαγιό της πίσω από ένα βράχο και ένας συγχωριανός μας φώναξε «Αλέξ' σπάσ' του βράχου κι έ'χς ένα διρμάτ λάδ
Ο Άλέξης ήταν ο άνθρωπος που έφερε τον κινηματογράφο στο χωριό μας. Σπουδαία υπόθεση για ένα χωριό που ακόμα δεν είχε ηλεκτρισμό. Με γεννήτριες λειτουργούσε η μηχανή προβολής. Επιστρέφοντας μετά από χρόνια δουλειάς σε άλλη χώρα πήρε το ρίσκο να κατασκευάσει ένα μεγάλο κτίριο κατάλληλο για το σκοπό αυτό και αγοράζοντας όλα τα απαραίτητα μηχανήματα άρχισε τις προβολές.

Η πρώτη ταινία που προβλήθηκε ήταν «Η Εύθυμη Χήρα» με πρωταγωνίστρια τη Λάνα Τάρνερ. Φαντάζομαι ότι όλο το χωριό, μικροί και μεγάλοι πήγαν για να απολαύσουν αυτήν την καινούργια τέχνη, που την αποκαλούσαν «έβδομη τέχνη» και που οι περισσότεροι δεν είχαν ιδέα πως ήταν. Ήταν καταλυτικό γεγονός για την κοινωνική ζωή του χωριού, που εκείνα τα χρόνια είχε πάνω από τρεις χιλιάδες κατοίκους. Πραγματική κωμόπολη και αποκτώντας κινηματογράφο με ακόμα μεγαλύτερη αίγλη.
Ήμουνα πολύ μικρή όταν άρχισε η λειτουργία αυτού του καταπληκτικού πολιτιστικού κέντρου, αφού στην συνέχεια χρησιμοποιήθηκε και για παραστάσεις θεατρικές, για ομιλίες και γενικά εκδηλώσεις που δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν προηγούμενα.
Οι άνθρωποι φορούσαν τα καλά τους και πήγαιναν με τις οικογένειές τους ή με παρέες να δουν μια ταινία. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το ποτάμι των ανθρώπων που περνούσε μπροστά από το σπίτι μας όταν τελείωνε η παράσταση αφήνοντας στο πέρασμα του ένα ευχάριστο βουητό πότε με γέλια και πότε με κουβεντολόι ανάλογα με το τι είχαν δει. Όπως και να ήταν καταλάβαινα ότι αυτή η συμμετοχή τους ήταν κάτι που τους έκανε καλό. Αποτελούσε μια απρόσμενη διέξοδο στην αδιέξοδη ρουτίνα και βαρεμάρα των σαββατοκύριακων, αλλά και μια αφορμή να συναντηθούν, να μιλήσουν και να σχολιάσουν την ταινία που είχανε παρακολουθήσει και για διάφορα άλλα πιο ελαφριά, όπως να δείξουν τα καινούργια τους ρούχα ή να κουτσομπολέψουν. Κι αυτά μέσα στην ζωή είναι. Μια γερή δόση αλλιώτικης Ζωής ήταν, αυτό ήταν ο κινηματογράφος.
Ο θείος μου Αλέκος ανέλαβε να με προετοιμάσει για την πρώτη μου επαφή με την οθόνη λέγοντας μου διάφορα υπερβολικά πράγματα, όπως ότι θα δω αυτοκίνητα να έρχονται καταπάνω μου και να μη φοβηθώ, ότι οι πρωταγωνιστές θα με κοιτάνε στα μάτια, αλλά δεν θα κοιτάνε εμένα και διάφορα που, ως συνήθως, έλεγε για να με πειράξει.
Την είδα κι εγώ εκείνη την πρώτη ταινία και για αρκετές μέρες την έβλεπα και στα όνειρα μου. Πολύ γρήγορα καθιερώθηκαν «το κατάλληλο» και «ακατάλληλο» και φυσικά η απαγόρευση από τα σχολεία –Δημοτικό και Γυμνάσιο- για ελεύθερη πρόσβαση στη μαγική αίθουσα. Όταν έκριναν οι δάσκαλοι μας ότι μπορούσαμε να δούμε κάποια ταινία μας πήγαιναν όλους μαζί, όπως γινότανε με τις εκδρομές.
Μια τέτοια κινηματογραφική εκδρομή υπήρξε τραυματική για μένα που ήμουνα στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Η ταινία που είδαμε ήταν «Οι Γερμανοί Ξανάρχονται» με πρωταγωνιστή τον αξέχαστο Βασίλη Λογοθετίδη, του οποίου η σύζυγος-Νίτσα Τσαγανέα-στο έργο άκουγε στο όνομα «Ουρανία». Το πραγματικά ευρηματικό σενάριο των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου είχε όμως και διάφορες ατάκες καθόλου ευνοϊκές για μένα, όπως «Ουρανία φέρε την εφημερίδα», «Ουρανία φέρε τις παντούφλες», «Ουρανία φέρε το δοχείον» και πολλά άλλα.
Είχα την ατυχία να μη υπάρχει άλλο κορίτσι με αυτό το όνομα στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο εκείνη την εποχή εκτός από μένα. Το τι έπαθα τις επόμενες μέρες δεν περιγράφεται. Κυρίως από τα παιδία του Δημοτικού που κάθε λίγο και λιγάκι μου φώναζαν διάφορα όχι απαραίτητα από την ταινία, αλλά ό’ τι τους ερχότανε στο μυαλό. Η φαντασία τους είχε οργιάσει.
Μια από εκείνες τις μέρες γύρισα στο σπίτι κλαίγοντας και παρακαλώντας τους γονείς μου να μου αλλάξουν όνομα. Άλλωστε δεν μου άρεσε το όνομα μου και είχα τόση αδυναμία στη γιαγιά μου την Αθηνά που ήθελα διακαώς να είχα το όνομα της. Τη γιαγιά την Ουρανία ποτέ δεν την είχα γνωρίσει, αφού είχε πεθάνει προ αμνημονεύτων χρόνων από τη γέννηση μου. Ήταν αδύνατη η αλλαγή ονόματος, έτσι μου είπανε και τη δυστυχία μου που μόνο η γιαγιά η Αθηνά με το μοναδικό της τρόπο κατάφερε να απαλύνει.
Αρκετά μεγάλη συμβιβάστηκα με το όνομα μου και μάλιστα το υπερασπίστηκα όταν προσπάθησαν συμφοιτήτριες μου να το μεταλλάξουν σε κάποιο από τα σχετικά υποκοριστικά.
Στον κινηματογράφο Ήρα οι ταινίες που προβάλλονταν ήταν εξαιρετικής ποιότητας και δεδομένα επαρχίας, τουλάχιστον μέχρι τότε που εγώ τελείωσα το Γυμνάσιο. Ταινίες ευρωπαϊκές και κυρίως Ιταλικές κυριαρχούσαν στο ρεπερτόριο. Αυτό δεν ήταν τυχαίο, αφού εκείνη την εποχή ήταν στις δόξες του ο Ιταλικός κινηματογράφος με το νεορεαλιστικό κύμα στο φόρτε του.
Αλλά και ταινίες Ρωσικές, που είχαν πάρει τη σχετική έγκριση, μιας και διανύαμε την περίοδο του ψυχρού πολέμου, είχαν αφήσει εποχή στο χωριό. Ειδικά η ταινία «Όταν περνούν οι γερανοί» ήταν αναμφισβήτητα η πιο δημοφιλής ταινία και η πρωταγωνίστρια Τατιάνα Σαμοίλοβα έκανε πολύ κόσμο να κλάψει. Άλλωστε οι μνήμες του πολέμου και των τραγωδιών του ήταν ακόμα αρκετά νωπές στους μεγάλους, αλλά και σε μας που ήμασταν παιδιά ράγισε την καρδούλα μας.
Και τι να πούμε για την Ινδική ταινία «Γη ποτισμένη με ιδρώτα» με την αξέχαστη Ναργκίς; Αυτή ήταν ταινία ορόσημο. Και όχι άδικα, αφού ήταν ύμνος για την δύναμη της γυναίκας-μάνας που παθαίνει τα πάνδεινα και επιβιώνει μένοντας πιστή στις αρχές της. Ο πραγματικός τίτλος είναι «Μητέρα Ινδία», αλλά ο ελληνικός τίτλος φαίνεται ότι θεωρήθηκε πιο ελκυστικός για το κοινό. Αυτήν την ταινία την είδαμε όλοι και όλοι κλάψαμε. Παρότι ως θέμα ήταν σκληρό για παιδία, θεωρήθηκε κατάλληλο.
Τα επόμενα χρόνια ακούγαμε στο ραδιόφωνο τραγούδια που μας θύμιζαν Ναργκίς, αφού πολλά είχαν περίπου την ίδια μελωδία και στίχους δακρύβρεχτους. Αλλά και ταινίες ελληνικές εμφανίστηκαν στους κινηματογράφους με εμφανή τα σημεία της επιρροής τους από τη θρυλική ινδική ταινία.
Η ηθοποιός που έπαιξε το ρόλο της Ναργκίς πέθανε το 1981 και υπήρξε στη ζωή της μια πολύ μορφωμένη, πολιτικοποιημένη και μαχήτρια υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών της Ινδίας, αλλά και κάθε κοινωνικά δίκαιου μέτρου.
Άλλου τύπου συγκίνηση μας έδωσε η ισπανική ταινία «Μαρσελίνο Άρτος και Οίνος» ή ¨Μαρσελίνο ψωμί και κρασί» (Marcelino Pan y Vino). Το απόλυτο παραμύθι για μικρούς και μεγάλους. Με το μικρούλη Μαρσελίνο ( Παβλίτο Κάλβο) ταυτιστήκαμε όλα τα παιδιά και λυπηθήκαμε γιατί άλλο τέλος θα θέλαμε για την ταινία. Αυτό ήταν και η ανατροπή από τα συνηθισμένα παραμύθια.
Πάντα την έχω στο μυαλό μου αυτήν την ταινία και κάποια στιγμή που είχα πια πρόσβαση στο διαδίκτυο τη βρήκα και την ξαναείδα με κάποια επιφύλαξη μήπως και χαλάσω την εικόνα που είχα σχηματίσει στο μυαλό μου από τα μικράτα μου. Ειλικρινά ένοιωσα ακόμα πιο όμορφα. Η καλοσυνάτη σκανταλιά, η παιδική βεβαιότητα για πράγματα ανέφικτα και η αθωότητα της μορφής του Μαρσελίνο ξεχειλίζουν και φτάνει έως το θεατή κάνοντας τα εσώψυχα του να αγαλλιάσουν. Μεγάλη υπόθεση.
Επειδή θα ήθελα να το μοιραστώ με όσους αναγνώστες έχουν αυτήν την δυνατότητα και το επιθυμούν δίνω και τον ιστότοπο. Είναι προφανές ότι το να το δεις στην οθόνη του κινηματογράφου είναι εντελώς διαφορετική η αίσθηση από εκείνη της οθόνης του υπολογιστή
Η γιαγιά μου δεν πήγε ποτέ στον κινηματογράφο. Η μοναδική της έξοδος ήταν για να πάει στην Αγία Παρασκευή κάθε Κυριακή. Είχε όμως εμένα που ό ‘τι έβλεπα από ταινίες και όσα άκουγα της τα περιέγραφα με το νι και με το σίγμα. Αυτά τα έλεγα και στη θεία μου Γιωργούλα που παρά το ότι τι σπίτι της ήταν πολύ κοντά στον κινηματογράφο δεν είχε πάει ποτέ. Και οι δύο ήταν το πιστό ακροατήριο μου. Ειδικά οι διηγήσεις με το Μαρσελίνο επαναλαμβανότανε αρκετά συχνά. Ούτε ο πατέρας μου πήγαινε, αλλά εκείνος ενημερωνότανε από τον αδελφό του τον Διαμαντή και σχολιάζανε τα πάντα με τον θείο Αλέκο στα νυχτέρια.
Μπορεί να μη πηγαίναμε στις περισσότερες ταινίες, αλλά για κάθε νέα προβολή υπήρχε έξω από τον κινηματογράφο ένα μεγάλο τελάρο γεμάτο με σχετικές φωτογραφίες, τα ονόματα των πρωταγωνιστών και περίληψη της υπόθεσης. Τις βόλτες από εκεί και τις στάσεις μπροστά στο τελάρο με αρκετή συστολή ομολογώ, αν το έργο ήταν ακατάλληλο, δεν τις έχω ξεχάσει.
Και πώς να τις ξεχάσω, αφού ένα βράδυ ο θείος Αλέκος στο νυχτέρι και μπροστά σε όλους είπε «Ξέρετε που εθεάθη το κορίτσι μας; Μπροστά στο τελάρο του κινηματογράφου απορροφημένη να διαβάζει ποιος ξέρει τι. Για πες μας λοιπόν για την νέα ταινία.» Ήμουνα μισοκοιμισμένη και με κατέλαβε εξ απήνης. Αναπήδησα από τον καναπέ που ήμουνα κουλουριασμένη ως συνήθως και συνειδητοποίησα ότι όλοι με κοίταζαν και περίμεναν να πω κάτι. Αλλά πώς να τους εξηγήσω ότι δεν διάβαζα την περίληψη της ταινίας. Αλλά χάζευα την πρωταγωνίστρια που ήταν η Ροσάνα Ποντεστά.
Τελικά πήρα φόρα και άρχισα να τους εξηγώ ότι πριν λίγες μέρες είχα διαβάσει στον Ταχυδρόμο ότι ο λόγος που ο Τζέιμς Ντιν είχε σκοτωθεί σε ατύχημα αυτοκινητιστικό, ήταν η αγάπη του για εκείνη την ηθοποιό. Αυτό έλεγε το άρθρο και την αλήθεια έλεγα. Ήμουνα περίεργη για το πω ήταν εκείνη η κοπέλα.
Κούκλα ήταν, αλλά και ο Τζέιμς Ντιν κούκλος ήταν από την κουκλία, που έλεγε χαριτολογώντας και ο ξάδελφος μου ο Αντώνης, που επίσης τον θαύμαζε και είχε δει την ταινία «Επαναστάτης χωρίς αιτία», στην οποία πρωταγωνιστούσε. Ο Αντώνης έμενε στον Πειραιά, αλλά τα καλοκαίρια ερχότανε με τους γονείς του στο νησί και μαζί με το μεγαλύτερο αδελφό του μου μάθαινε διάφορα ενδιαφέροντα πράγματα μεταξύ των οποίων και για τα νέα του κινηματογράφου. Στο χωριό δεν είχε προβληθεί ταινία με τον Τζέιμς Ντίν, αν θυμάμαι καλά.
Για το πόσο αληθινή ήταν η ιστορία που είχα διαβάσει δεν ξέρω, αλλά τότε την είχα πιστέψει και την εξιστορούσα με πειστικότητα και καθόλου απολογητικά, ως φαίνεται, έτσι που στο τέλος οι περισσότεροι συγκινήθηκαν και το επεισόδιο έληξε εκεί.
Τις επόμενες φορές που στάθηκα μπροστά στο τελάρο φρόντιζα να βεβαιωθώ ότι ο θείος, που ήταν ο κοινοτικός γιατρός και το ιατρείο τότε ήταν στο πίσω μέρος του κινηματογράφου, είχε ήδη φύγει. Όχι ότι τον φοβόμουνα, εκείνος έκανε πλάκα με το ιδιότυπο χιούμορ που είχε, αλλά οι υπόλοιποι τα παίρνανε τοις μετρητοίς πολλές φορές.
Υπήρχε και διαφήμιση των ταινιών που γινότανε από τον Τσακιτζή που εκτελούσε χρέη ντελάλη στο χωριό. Με τη χαρακτηριστική φωνή του, που άλλαζε τόνο ανάλογα με αυτό που έπρεπε να διαλαλήσει, έλεγε πολλές φορές «αγκαλιών κι φιλιών στ gκινούργια τινία, τρέξτι να ιδείτι».
Μια μέρα στεκότανε μπροστά στο σπίτι μας και διαλαλούσε, ενώ εγώ έπαιζα. Γύρισε και μου είπε «αυτό σύ δεν τάκσις, τα άλλα άκσ τα»: «απόψε θα λάχνε αγρυπνιά στν Αγία Τριάδα, όποιος θέλ να πάει», «στ Λάκα φέρανι ψάρια, ιδού η μόστρα». Αξέχαστη φυσιογνωμία.
Όταν ήμουνα στην όγδοη τάξη του Γυμνασίου πήγαμε πολλά παιδιά μαζί και είδαμε μια ταινία την τελευταία μέρα των διακοπών του Πάσχα. Τη Δευτέρα μετά την προσευχή πήραμε όλοι αποβολή μιας ημέρας. Δεν καταλάβαμε γιατί, αλλά δεν είχαμε και πολλά περιθώρια για ερωτήσεις και αντιρρήσεις.
Για τους περισσότερους όπως και για μένα ήταν η μοναδική αποβολή που είχαμε πάρει. Δεν μας πείραξε καθόλου, αφού όπως λέγαμε «θα έχουμε κι εμείς να λέμε ότι κάναμε κάποια παράβαση του σχολικού κανονισμού». Την ταινία που είχαμε δει ούτε που την θυμάμαι.
Λίγα χρόνια από τότε που τελείωσα το Γυμνάσιο και έφυγα για να σπουδάσω η κατάσταση άλλαξε. Κάτι η αλλαγή ιδιοκτησίας, κάτι ο ηλεκτρισμός και η εμφάνιση της τηλεόρασης, ίσως και άλλοι λόγοι που δεν γνωρίζω συντέλεσαν στο κλείσιμο του κινηματογράφου σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής.
Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που από μικρή κατάλαβα πόσο σημαντική τέχνη είναι ο κινηματογράφος. Μου έχει προσφέρει μεγάλη ευχαρίστηση και γνώσεις. Το πιο σπουδαίο όμως είναι ότι με προκάλεσε στο να σκεφτώ ένα σωρό καταστάσεις κοινωνικές, ιστορικές και προσωπικές με τρόπο εντελώς διαφορετικό από τον προφανή.
Κάθε φορά που περνάω μπροστά από το κτίριο αισθάνομαι ως να περιμένει πεισματικά έναν άλλο Αλέξη ή Αλεξία, που με μεράκι να αναστήσει εκείνο το κέντρο ψυχαγωγίας και πολιτισμού προς όφελος όλων των κατοίκων όχι μόνο του χωριού, αλλά και της ευρύτερης περιφέρειας.
Οι συνθήκες έχουν αλλάξει, οι αποστάσεις είναι μικρές και τα αυτοκίνητα περισσεύουν. Το χωριό θα αποκτήσει ένα πόλο έλξης που θα φέρει ξανά τη ζωντάνια που έχει θυσιαστεί τις τελευταίες δεκαετίες στο βωμό της στρεβλής και άναρχης τουριστικής ανάπτυξης σε πολλές των περιπτώσεων.
Το να παρακολουθείς μια ταινία στο χώρο του κινηματογράφου είναι εντελώς διαφορετικό από το να κάθεσαι στον καναπέ του σπιτιού σου και να παρακολουθείς στην τηλεόραση συνήθως μισο-κοιμισμένα. Τα κοινωνικά και ψυχικά οφέλη είναι πολύ ισχυρά στην πρώτη περίπτωση. Επιπλέον είναι μια φτηνή σε κόστος ψυχαγωγία, ειδικά στις δύσκολες μέρες που μας περιμένουν.
Εύχομαι να αναβιώσει αυτή η σχέση των ανθρώπων της ευρύτερης περιοχής του Μαραθοκάμπου με τον κινηματογράφο και γιατί όχι να υπάρχει και ένας θερινός κάπου στην παραλία της περιοχής, που θα προσελκύει εκτός από τους ντόπιους και τους ξένους επισκέπτες μας.
Ειδικά γι αυτούς θα είναι μια μοναδική αξέχαστη εμπειρία, όπως έτυχε να διαβάσω σε σχετικά σχόλια, αλλά και να ακούσω από τους ίδιους πολλές φορές, αφού στις χώρες τους οι κλιματολογικές συνθήκες δεν το επιτρέπουν. Στα πλαίσια του ποιοτικού τουρισμού θα είναι ένα εξαιρετικό προϊόν διασκέδασης και πολιτισμού με την προϋπόθεση πάντα της κατάλληλης επιλογής ταινιών.
Ο κινηματογράφος Ήρα, ως ιδέα, περιμένει ένα άγγιγμα για να ξαναζωντανέψει.
Ας το ευχηθούμε και ας το σκεφτούμε σοβαρά.
~*~
*Η εξαιρετικά καλογραμμένη ιστορία του Κινηματογράφου "Ήρα" στο Μαραθόκαμπο της Σάμου, δημοσιεύτηκε στο ΦΤΕΡΙΑ (Τριμηνιαία Έκδοση του Συλλόγου των Απανταχού Μαραθοκαμπιτών) τεύχος 51.

2 σχόλια:

  1. Υπέροχη περιγραφή, γεμάτη νοσταλγία, ξέχειλη από αναμνήσεις, να είστε καλά κυρία μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. λύθηκα στο γέλιο με τις ατακες των θεατών,την πρωτη ατακα την αντεγραψα στο fb,να εισαι καλα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή