" Όταν ερ’ ντι τα καϊκια "

ΗΘΟΓΡΑΦΙΑ
Υπό της δίδος Νίτσας Αυτιά*
Σήμερα τέλειωναν οι γιορτές και τα ξεφαντώματα στον Μπάλο τα τελευταία καράβια φορτώσανε και φεύγανε και άρχιζε πάλι η ζωή σαν πριν ναρθούνε.
Αγκομαχούσε πια ο Μπάλος να ζήσει ακόμα μερικά χρόνια και να δεχθεί, στο ανοιχτό λιμάνι του που το φουρτούνιαζε ο μαΐστρος το καλοκαίρι και το τάραζε η νοτιά το χειμώνα, τα λιγοστά καράβια που τον καταδεχότανε. Πάνω στην ελεύθερη και ξερή παραλία του πλανιότανε μια νοσταλγική θύμηση από παλιούς ευτυχισμένους καιρούς.
Κάποτε είχε γνωρίσει και τη δόξα, ερχότανε καράβια από τον Πειραιά, από τη Θεσσαλονίκη ακόμα και από το Τριέστι να φορτώσουνε κρασιά, ελιές κάρβουνα, Κρεμμύδια, καρούμπες και ότι άλλο έβγαζε η χώρα. Η ακρογιαλιά ήταν γεμάτη από αποθήκες που στέκονταν τώρα ερείπια, τότε οι ψαράδες με τους καπεταναίους ζούσαν άνετα και ευτυχισμένα. Μα τώρα όσο και αν κιαλάριζε ο Τελώνης, ζήτημα αν ξάντιζε ένα πανί κάθε μήνα πουρχότανε. 
Ο Μπάλος αργοπέθαινε με τους λιγοστούς ψαράδες του, θύμα του πολιτισμού. Τα μικρά σκόρπια λιμανάκια σβύσανε εγκαταλελειμμένα και όλη η εμπορική κίνηση περιορίστηκε στα τέσσερα μεγαλύτερα, όπου έπιανε βαπόρι της γραμμής. Κάθε Πέμπτη σαν ακουόταν η σειρήνα απ’ το Μαραθόκαμπο ο Μπάρμπα-Λημνιός έβγαινε από τα ο καφενείο και τα φασκέλωνε. «Να ρε κερατοσκαφίδ’» και το καράβι του Μυστηρίου που ήταν τραβηγμένο στη στεριά, άφηνε ένα θλιβερό και ανατριχιαστικό τρίξιμο απ’ τα ξύλα του. 
Η μόνη γιορτή και η μόνη ποικιλία ήταν τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη, όταν ερχόταν 5-6 καΐκια να φορτώσουν τα κρεμμύδια πούβγαλε το χωριό. Όλη η χρονιά περνούσε περιμένοντάς τα: « Έρ’ ντι τα καράβια σα φτάσ’ ο Σεπτέμβρης ». Μα κι’ αυτά κάθε χρόνο λιγοστεύανε. 
Φέτος 4 αράξανε όλα κι’ όλα και ήταν αρκετά για να αναστατώσουνε όλη τη ζωή του Μπάλου.
Πρώτα τα παιδιά που κολυμπούσανε ξαντίσανε δυο πανιά που στρίψανε τη Μακρυά Πούντα και σαν καταλάβανε απ’ τη βόλτα που κόψανε ότι έρχονται κατά δώθε πετάχτηκαν απ’ το γυαλό με τα μπρούτζινα γυμνά κορμιά τους και τρέξανε στην Παραλία « Έρν’ τι τα καΐκια, έεε…ρντι’».
Ήταν η καινούργια σκούνα του Λημνιού και το τρεχαντήρι « Άμπο, το Περδίκι της Ικαρίας » πουρχότανε κάθε χρονιά.
Τα παλληκάρια της τράτας που πηγαίνανε να καλάρουνε παρατήσανε τα κουπιά και κάνανε τα χέρια τους σκιάδι παν απ’ τα μάτια τους για να ατενίσουνε καλλίτερα. Ο Τελώνης πήγε να πάρει τα κυάλια του. Ο Μπάρμπα -Λημνιός που δίπλωνε το παραγάδι του πέταξε το κοφίνι στους γάτες που νιαουρίζανε τριγύρω και στάθηκε να κυττάξη τα δυο καΐκια. Σα βεβαιώθηκε πως ήταν ο γυιός του που ερχόταν, έτρεξε να φωνάξει τη γρηά του και τη νύφη του. Και οι τρείς μαζύ κοιτάζανε και κάπου –κάπου ο Λημνιός μουρμούριζε με καμάρι. « Άξιο γένηκε μαρή το παλληκάρι μ’» Πρωτοτάξειδο ήταν το καράβι, άσπρο άσπρο το σκαφίδι, κι’ ακόμα πιο άσπρος ο φλόκος του, οι μπρούτζοι και τα στολίδια της κουπαστής λαμποκοπούσανε στον ήλιο. 
Σαν έγινε είκοσι χρονών το αγόρι του Λημνιού, έφυγε από τον Μπάλο και μπήκε λοστρόμος σ’ ένα καρλοβασίτικο καΐκι, σιγά – σιγά έκανε παράδες και μπόρεσε να σκαρώσει μια σκούνα δικιά του. 
Στο πρώτο της ταξείδι θα πήγαινε στον Μπάλο να φορτώσει κρεμμύδια για το Βαθύ. Γ’ αυτό έστειλε τη γυναίκα του 10 μέρες πριν στα πεθερικά της και σαν περνούσε θα την έπαιρνε. Ήταν μια νόστιμη κοπελίτσα συμπαθητική. Δεν έπληξε και πολύ στον Μπάλο, συγύριζε το καλύβι και κρατούσε συντροφιά της γρηάς κάθε πρωί που χωνότανε μέσα στην άμμο για τα αρθριτικά της.
« Καλά έκαμες κουρ’τσάκι μ’ κι’ ήρτες να σε δούμ’ κι’ μείς, όχι για μένα, τα κόκκαλά μ’ βαστάν μόνε κείνος ο γέρος ετσ’δάς π’ κουράζεται » …
Και Λημνιός απ’ την άλλη μεριά: « Καλά πούρθες κόρη μ’ να σε γνωρίσουμε, κείνη η γρηά η δόμα με τα’ αρθριτικά τσ’ μετρημένα τα’ έχει τα χρονάκια τσ’ απ’ αλλιώς ο Λημνιός έχει γερό το τομάριτ’. Μη κοιτάς κόρη μ’ πούμαι φαφούτ’ς στο τελωνείο είν’ η μασέλα μ’ και δεν ν’ τηνε δίν’ ο Τελιόν’ς ». Κι’ κοπέλλα ξέσπαγε στα γέλια με το δροσερό της γέλιο:
Έτσι γελούσε και τώρα πουρχόνταν ο άντρας της να την πάρη, ένα ψηλό δυνατό παλληκάρι με φαρδειές πλάτες σαν τον πατέρα του .
« Δεν έρχεσαι μαζύ μ’ βρε πατέρα στο καΐκ’» τούλεγε , «μόνε πολεμάς με τα παραγάδια »;
« Ά! Παλληκάρι μ’, ο μπάρμπα Λημνιός ήτανε καπετάνιος στα νειάτα τ’, στα γεράματα θα γένη λοστρόμος; Γένονται γιόκα μ’ τέτοια πράγματα ; ;»
Kι’ ο μπαρμπαλημνιός δε δεχότανε την πρόταση. Κάθε πρωί έπαιρνε το παλληκάρι τη βαρκίτσα του γέρου με τη γυναίκα του και όταν ξανοιγότανε στα βαθιά βγάζανε τα ρούχα τους και κολυμπούσανε. Το μεσημέρι ο καπετάνιος επέβλεπε που φορτώνανε οι ναύτες του. 
Μέσα στο πλήρωμά του είχε κι’ ένα ξένο παλληκάρι από τον Πειραιά που έκανε τα γλυκά μάτια στην Αφρούδα, τη κόρη του καφετζή. Μα η Αφρούδα ήτανε αρραβωνιασμένη με τον Ανεστάση, το καπετάνιο της τράτας, τον άγριο Ανέστη με το μελαψό μούτρο, που σπάνια έβγαζε λέξη απ’ το στόμα του κι’ αυτό σαν ήθελε να βρίσει η για να βλαστημίση. Την αγαπούσε όμως την Αφρούδα γιατί ήτανε καλό κορίτσι, φρόντιζε τη μάνα της και τον πατέρα της και ήταν και χρυσοχέρα. Σαν έμαθε ότι την γλυκοκοίταγε ο Αθηναίος την φοβέρισε ένα βράδυ πως θα την έσπαγε στο ξύλο όπως ήξερε αυτός κι’ έδερνε με τη βαρειά και άγαρμπη χερούκλα του. Τότε θύμωσε κι’ η Αφρούδα και στο πείσμα του έπαψε να αποφεύγει το ναύτη. 
« Έλα Αφρούδα της έλεγε, να σε πάρω με το καινούργιο καράβι και σαν κάνω και εγώ παράδες θα πάρουμε ένα δικό μας και θα σε πάω να καθίσεις μέσα στην Αθήνα, να ζήσης τη ζωή που σ’ αξίζει ». 
Μα η Αφρούδα δεν ήθελε να φτάσει ως εκεί, σκέφτηκε ότι σε κάθε λιμάνι πούχε πάει ως τότε ,θα τάχε πει όλα αυτά και σ’ ένα κορίτσι του κι’ ότι ακόμα θα τάλεγε σε πολλές μετά απ’ αυτήν. 
« Τι λές να φύγω τούλεγε, μηδ’ η μάνα μ’ μηδ’ ο πατέρας σμ’ κάνουνε χωρίς την Αφρούδα ». 
Έτσι σα σαλπάρισε χθές το πρωί ο Λημνιός μονάχα τη γυναίκα του πήρε μαζύ του, ούτε ο πατέρας του ούτε η Αφρούδα φύγανε με το καράβι. Σταθήκανε κι’ οι δυό στην παραλία και τον αποχαιρετήσανε χαρούμενα. Ο γέρος ικανοποιημένος γιατί είδε ότι το παιδί του γένηκε άξιο παλληκάρι και η Αφρούδα ξαλαφρωμένη γιατί είχε πιά γλυτώσει απ’ το πειρασμό. 
Μια ώρα μετά ξεκίνησε και η Ικαριώτικη τρεχαντήρα με 3000 οκάδες κρεμμύδια. Ο καπετάνιος της ήταν ένας γέρος πολυταξειδεμένος που τον είχαν βασανίσει η θάλασσα και οι περιπέτειες. Τόνα του χέρι ήτανε κομμένο κάτω στο καρπό. Του τόχανε κόψει σα βρέθηκε στο ναυάγιο της « Λουζιτάνιας » γιατί πήγε να κραμαστεί απόνα σωσίβιο πούχανε πιαστεί ένα σωρό άλλοι. Τέσσερες πέντε φορές θα διηγότανε το επεισόδιο κάθε χρονιά πουρχότανε στο Μπάλο.
« Ίντα ικάνανε ψυχή μ’ για να πιαστούν, ίντα ικάνανε!!». Τόπε και φέτο κάμποσες φορές στο καφενείο και χθές έφυγε. 
Θα ξαναρχότανε πάλι του χρόνου μοναδικός ίσως πια φιλοξενούμενος του Μπάλου, τελευταίο υπόλειμμα της πανηγυρικής παράδοσης, που αποτελούσε για το φτωχό λιμάνι το φόρτωμα των κρεμμυδιών.
Σήμερα το μεσημέρι ήταν όλοι μαζεμένοι στο Καφενείο κι’ η Αφρούδα τους κέρναγε ρετσίνα. Ήταν εκεί ο μπάρμπα –Λημνιός ο παραγατζής, ο Κωσταντής ο τρατάρης, ο ποιητής και δυό καπεταναίοι των καραβιών πούταν έτοιμα να κινήσουν. Μια γολέττα από τη Χιό και μια μεγάλη μπενζίνα από τη Καλαμάτα.
« Άγιος Νικόλαος, Καλάμαι » έγραφε με μεγάλα γράμματα στη πρύμνη. Πρώτη φορά πούχε έρθει στο Μπάλο. Και κάτω στη μηχανή της δούλευε ένα Κρητικό παλληκάρι με λιοκαμμένο μούτρο και κρυσταλλένια φωνή πούχε βάλει στα αίματα το Μπάλο. 
Ε ! μπάρμπα τρομπόνι…. φώναξε ο Χιώτης στο Κωνσταντή πούτανε θεόκουφος, δεν έρχεσαι με την τράτα στη Χιό πούχει ψάρι, μόνο καρτεράς στο Μπάλο πότε νάρθουνε οι κολιοί να πάρεις κάνα μπαρά; Μα ο Κωνσταντής κούναγε το κεφάλι του. 
« Δεν γίνεται είπε, αβδά θε να μείνει το τομάρι μ’, αβδάς ούλοι θε να σαπίσουμε μέσ’ στη φτώχια και τη γρουσουζιά».
Μα το Λημνιό, δεν τον τάραζαν οι γρουσούζικες κουβέντες του Κωνσταντή. Σήκωσε το ποτήρι με την κεχριμπαρένια ρετσίνα, «καλό ξεπούλημα Καπετάνιο». «Υγιαίνεται καλό χειμώνα» απαντήσανε και σηκωθήκανε να φύγουνε, η γολέτα είχε σηκώσει τα πανιά, και η μηχανή της μπενζίνας είχε αρχίσει να χτυπάει ρυθμικά.
« Άϊντε πανέτε στο καλό, πανέτε στο καλό, την άλλη χρονιά να σας ξαναδούμ’».
Σε λίγο είχανε σαλπάρει και ξεκινήσανε. Όλοι μαζύ οι Μπαλιώτες χαιρετούσανε απ’ την αμμουδιά, κι η Αφρούδα κουνούσε απ’ το κατώφλι του μαγαζιού το κόκκινο μαντήλι της. Κίνησε ο Λημνιός να πάει στα παραγάδια του και βρήκε την άσπρη βαρκούλα του βρώμικια και γεμάτη νερά απ’ την τελευταία φορά που την είχε πάρει ο γιός του. 
«Άϊντε πελαργέ της είπε φύγανε τα καΐκια, σήμερις αρχίζ’ μ’ πάλε δ’λειά κύττ’ αύριο νάν γερά το κότσιασ’ να πάμ’ μέχρι τη Κολώνα και να βουδόσ΄ς στο δρόμο». 
Άρχισε να βγάζει τα νερά και μέσα στα σκαριά της βρήκε μια τούφα μαλλιά της γυναίκας, τα πήρε τα τύλιξε με μια τρίχα έκανε να τα φυλάξει και τέλος τα πέταξε στο γυαλό. Λίγο παραπέρα η γυναίκα του ετοιμάζονταν να μπεί στο λάκκο της με τη ζεστή άμμο και η Αφρούδα πήγε μαζύ να της κρατήσει συντροφιά. «τίλας ήρθανε κόρη μ’ τίλας φύγανε μηδ’ εγώ δεν το κατάλαβα», στέναξε η γρηά. Μα η Αφρούδα δεν άκουσε, κύταζε την τράτα που ύστερα από τόσο καιρό πήγαινε ξανά να καλάρει, κύταζε τον Ανέστη που όρθιος στην πλώρη της σήκωνε την άγκυρα. Σε λίγο άρχισε να τραγουδάει το «σεμ», για να τραβάνε όλοι μαζύ τα κουπιά. «Βάρα, βάρα, βάρα, δε ντρέπεσαι, δεν ντρέπεσαι να λες πως δεν παντρεύεσαι».
Κι’ η Αφρούδα χαμογέλασε γιατί ήξερε ότι αυτό ήτανε το τραγούδι της και κατάλαβε ότι είχανε πια μονιάσει με τον αγαπητικό της.
Σα φύγανε πια όλοι σηκώθηκε και ο ποιητής από το καφενείο και κίνησε για να πάει σπίτι του. Φύγανε κι αυτή τη φορά σκέφτηκε και πάλι του χρόνου θάρθουνε και θα φύγουνε και πάλι τον άλλο χρόνο και τον παραπάνω και εμείς θάμαστε πάντα δω να τους αποχαιρετάμε, είμαστε ριζωμένοι στο Μπάλο, μας κρατάει γιατί θέλει παρέα για να πεθάνει, φοβάται να σβύσει μόνος του. 
Κι’ ο Λημνιός σκέφτηκε, μπορούσε να φύγει κι’ η Αφρούδα κι’ ο Κωνσταντής να πάει στη Χίο κι’ όμως δεν φύγανε !!.. γιατί τους κρατάει ο Μπάλος Ο γρουσούζικος ο Μπάλος, τους κρατάει η θάλασσά του, ας τη βρίζανε ας τη φτύνανε ας τη λέγανε κερατοθάλασσα «στερεμένη, φαρμακούσα». Τους είχε μπλέξει στη γοητεία της περισσότερο απ’ ότι μπλέκει τα ψάρια της το παραγάδι του Λημνιού, για τα δίχτυα του Κωνσταντή…Δέκα χρόνια αυτή η δουλειά..
Δέκα χρόνια από τότε πούχε έρθει στο Μπάλο και ζούσε απ’ τα φτωχικά του κτήματα παρατώντας όλα τα μεγάλα σχέδια. Ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει γιατρό, έμεινε ένα χρόνο στην Αθήνα μα στις εξετάσεις τα βρήκε σκούρα. Τρείς φορές πήγε ξανά με το γέρο να δώσει μα και τις τρείς την έφαγε. Στο τέλος τους είχανε πια πάρει στο μεζέ. 
«Έ ! μπάρμπα Μανώλ, ρωτάγανε πάλε τη φάγατε». 
Ύστερα πέθανε ο πατέρας του και κείνος ήρθε να ζήσει στο Μπάλο και να πλήξει μέσα στη μονοτονία και την ερημιά. Όταν μια μέρα ανακάλυψε ξαφνικά μέσα του μια φωτιά μια δυνατή έμπνευση Κατάλαβε έλεγε πως ήταν ποιητής, η πλήξη του και η ανία του ξέσπασαν εκεί . Από τότε περνούσε τη ζωή του με το κρασί και τη Μούσα του. 
Έγραφε τραγούδια για τη θάλασσα, τη νοσταλγία που φέρνει το ανοιχτό πέλαγο. Μιλούσε για καράβια που έρχονται και φεύγουν, έγραφε για τους ψαράδες με τη καλή ψυχή που η θάλασσα έχει ξεπλύνει την καρδιά τους από κάθε κακία και πονηριά και τους έχει κάνει απλούς και ανοιχτόκαρδους σαν τα μικρά παιδιά.
Έχει δίκηο!, ο Κωνσταντής σκέφτηκε πάλι, όλοι εδώ θα σαπίσουμε κ’ όταν κανένας δεν θα υπάρχει πια, ο κόσμος που θα περνάει για τα άλλα λιμάνια θα λέει: Εδώ ήταν κάποτε ο Μπάλος ένα άβολο λιμάνι που γνώρισε τη δόξα σαν αρμενίζανε μόνο καΐκια. Τώρα πια έσβυσε με τους τελευταίους του καπετάνιους. Εδώ έζησε κι’ ο άγνωστος ποιητής που τραγούδησε τη θάλασσα και μόνο τη θάλασσα. Πέθανε μπεκρής και άσημος μέσα στη φτώχεια. Οι ψαράδες με την απλή ψυχή του κλείσανε τα μάτια κι’ η θάλασσα μοιρολόγησε θλιμμένα τον πιστό της εραστή!!!!

~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~

Η συναρπαστική (για μένα και θέλω να πιστεύω και για όσους τουλάχιστον διαθέτουν τις ανάλογες παραστάσεις) όσο και σπάνια αυτή ηθογραφία, δημοσιεύτηκε στο τεύχος 49 του τριμηνιαίου πολύ καλού περιοδικού των Απανταχού Μαραθοκαμπιτών ΦΤΕΡΙΑΣ, με ευθύνη της συντακτικής του επιτροπής.
Δεν είχα λάβει το συγκεκριμένο τεύχος κατά την έκδοσή του και έφθασε στα χέρια μου την περασμένη Παρασκευή μαζί με το 50ο.
Όταν ξεκίνησα να διαβάζω, μια παράξενη ανατριχίλα, ένα ηλεκτρικό ρεύμα διαπέρασε το  κορμί μου. Οι εικόνες ξετυλίγονταν μπροστά μου και η συγκίνηση έγινε κόμπος που ανέβηκε μέχρι το λαιμό.
Οι ήρωες γνωστοί και άγνωστοί μου πήραν τη θέση τους στο φιλμ της οθόνης του μυαλού μου. 
 Οι ιστορίες του παππού μου του καπταν Γιώργη περιείχαν πολλά από τα στοιχεία της ιστορίας, αλλά είχαν ξεθωριάσει μετά από τόσα χρόνια, μαζί με τους πρωταγωνιστές τους. Οι αποθήκες του Μπάλου στην πλειοψηφία τους είχαν χάσει τον αρχικό τους ρόλο στα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων. Άδειες τώρα πια από εμπορεύματα, με ένα πλύσιμο, ένα φρεσκάρισμα, 1 λουξ και 4-5 ράντσα, έγιναν οι παραθεριστικές κατοικίες της εποχής.
Τα καΐκια που έπιαναν, δεν έρχονταν για να φορτώσουν, παρά μόνο για να πουλήσουν την πραμάτεια τους, στους παραθεριστές. Οι δρόμοι δύσβατοι ακόμα και τα μεταφορικά μέσα λίγα. Η θάλασσα έδινε ακόμη μεγάλες ευκαιρίες για εμπόριο. 
Τα βράδια που δολώναμε τα παραγάδια, οι περιγραφές και οι διηγήσεις περιελάμβαναν πάντα στιγμιότυπα από το λαμπρό παρελθόν του τόπου και η φαντασία των μικρών ακροατών οργίαζε.
Δεν είχε τύχει μέχρι τώρα να δω κάτι γραμμένο για τον αγαπημένο αυτό τόπο που να έρχεται απ τα παλιά και να έχει κάποια λογοτεχνική αξία. Έτσι, όταν αντίκρισα αυτή τη δημοσίευση, ...απογειώθηκα!!!

*Λίγα λόγια για την συγγραφέα
Η Νίτσα Αφτιά καταγόταν από το Μαραθόκαμπο και ήταν εγγονή του Φιλόλογου καθηγητή Μανόλη Αφτιά. Ήταν και η ίδια φιλόλογος και ζούσε στην Αθήνα. Ήταν παντρεμένη με τον διάσημο αρχιτέκτονα George Kandilis (Γιώργο Κανδύλη). Μετά τον πόλεμο μαζί με άλλους διανοούμενους και διακεκριμένους καλλιτέχνες εγκαταστάθηκε με τον άνδρα της στο Παρίσι όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής της.
Αγαπούσε τη Σάμο και περνούσε τα καλοκαίρια της στο εξοχικό της στον Πεύκο Σκουρεΐκων. Πριν λίγα χρόνια έφυγε από τη ζωή.
Σημείωση της συντακτικής επιτροπής του ΦΤΕΡΙΑ :
Δεν έχει γίνει ουδεμία ορθογραφική διόρθωση στο κείμενο, ώστε να μείνει αυθεντικό όπως γράφτηκε από τη συγγραφέα.

5 σχόλια:

  1. Πράγματι βρε Γιώργη, εικόνες ζωντανές, σαν να τις ξαναζούμε, με τους βαρκάρηδες, με τα καίκια... τι κι αν ήταν στον Μπάλο, τι στο Τηγάνι, τι στο Βαθύ. Ας είναι αναπαυμένη η ψυχή της.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Υπέροχο!!! Σας ζηλεύω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Το διάβασα μια φορά,ρουφώντας το και με ματιά "θαμπή¨",το διάβασα δευτερη πιό ψύχραιμα,
    το διάβασα και τρίτη για να στεριώσει μέσα μου..
    Δύο πράγματα εχω να πω.
    Πρώτον, κανείς με εξαίρεση τον κυρ-Κώστα,που κι αυτός παλιός λογαριάζεται και το Μακριδάκη
    που ειναι αλαφροισκιωτος,ουτε θέλει ουτε μπορεί να γράψει πλεον ετσι!!!
    Δευτερον και πιό σημαντικό, που εν πολλοις τεκμηριώνει και το πρώτο,κανείς δεν κάνει τον "κόπο" να
    ασχοληθεί,να καταγράψει και να προβάλλει τέτοιου ειδους πονήματα..,οι λόγοι πολλοί και ο χωρος
    λίγος για να τους απαριθμήσω...
    Προσωπικά πάντως νιώθω εξαιρετικά υπόχρεος ,τόσο στην Κυρία Αυτιά για την παρακαταθήκη της,
    οσο και σε σας κύριε Γιώργο μας ,για την ανάδειξη..
    Καλώς σας βρήκα 

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Συναρπαστικό , σαν να ήμουν σε μιαν άκρη και να τα βλεπα , να τα κουγα, να τα ζούσα !!
    Είναι χάρισμα να μπορείς με την πένα σου να κάνεις τον αναγνώστη να ταξιδεύει και η συγγραφέας το είχε !!  Κι από τη μια το περιοδικό κι από την άλλη εσύ, έφθασε και στα δικά μας χέρια (μάτια) !!
    Να σαι καλά , πολλούς χαιρετισμούς

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Οι εικόνες που δημιουργούνται διαβάζοντάς το είναι όντως κινηματογραφικές.
    Αυθόρμητα περνάνε οι σκηνές με όλο το σκηνικό από μπροστά σου.
    Η γλώσσα, τόσο λιτή και αυθεντική.
    Αν και δεν έχω αυτά τα βιώματα, με ταξίδεψαν σε παρόμοιες εικόνες των δικών μου αναμνήσεων.
    Κείμενο που χρήζει αξιοποίησης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή